Sunday, July 18, 2010

Ο τόκος...


http://www.greekfestival.gr/eventpg.aspx?eid=10085
Με τη λέξη τόκος ο Δ. Δημητριάδης επαναφέρει στη λέξη τη σημασία αυτού που γενιέται, του απογόνου (από τη ρίζα της τίκτω), η οποία σήμερα δε χρησιμοποιείται πια. Τη λέξη όμως χρησιμοποιεί και ως αυτό που πληρώνει ο οφειλέτης στο δανειστή του, μιας και στο έργο επανέρχεται το ζήτημα του ποιος χρωστάει τι και πώς θα πληρώσει. Ο τόκος με την πρώτη σημασία σε όλες τις κοινωνίες είναι πηγή χαράς και ελπίδας για τη νέα ζωή. Τι γίνεται όμως όταν ο τόκος, όταν αυτή η νέα ελπίδα στραγγαλίζεται εξ αρχής και μάλιστα από τον δημιουργό της; Αυτός είναι ο βασικός άξονας του έργου που έγραψε ο Δ. Δημτριάδης και σκηνοθέτησε ο Λ. Βογιατζής με μία ομάδα επίλεκτων ηθοποιών στη διάθεση του. Κεντρικό θέμα λοιπόν η γέννηση ενός παιδιού και ο θάνατος του από την ίδια τη μητέρα του.
Παράλληλα με αυτό το θέμα που δίνει και τον τίτλο στο έργο, υπάρχουν πλήθος ιστοριών, ο νταβατζής που τελικά έμεινε με ένα από τα κορίτσια του και συνεργάζεται με ανθρώπους της κυβέρνησης. Ο υπάλληλος των μυστικών υπηρεσιών που σκοπός του είναι πάντα η εξυπηρέτηση του συστήματος. Η τραγική φιγούρα της Ποπλίνας που ο άντρας της σκότωσε τη νύφη της, ενώ ήταν έγγυος στο 13ο παιδί, με αποτέλεσμα ο γιος της να τρελαθεί και τα εγγόνια της να μπουν στο ορφανοτροφείο. Επίσης, ο αρριβίστας νέος (Πετρής), που ξεκίνησε από το βούρκο και θα ανέβει με κάθε θεμιτό ή κυρίως αθέμιτο μέσο. Ο Μέρλος, ο αυτεπάγγελτος τιμωρός και σωτήρας του κόσμου που δολοφονεί έγγυες γυναίκες. Και βέβαια η αυτουργός μητέρα. Ένα συνοθύλευμα χαρακτήρων με ακραίες ιστορίες.
Όλοι τους είναι άνθρωποι λαϊκοί. Αυτό φαίνεται και στη γλώσσα. Μια γλώσσα έντονη, τραχειά, χωρίς καθωσπρεπισμούς. Ο Δημητριάδης δε φοβάται να βάλει τους ήρωες του να μιλήσουν όπως θα μίλαγαν οι άνθρωποι της πιάτσας. Υπερβολικό; Μάλλον όχι. Δε φαίνεται να γίνεται επίτηδες για να σοκάρει, αλλά ίσα ίσα στην προσπάθεια να μην εξωραϊστούν τα πράγματα.
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ο χώρος και ο χρόνος. Σχεδόν σα να μην υπάρχουν. Βρισκόμαστε σε μια αυλή, σήμα κατατεθέν έργων του ’50, αλλά φαίνεται σα να είναι σήμερα ή θα μπορούσε να ήταν και πολύ παλιότερα. Ουσιαστικά όμως δεν έχει σημασία. Το μήνυμα είναι πανανθρώπινο. Το έργο είναι ταυτόχρονα υπαρξιακό και πολιτικό. Τίποτα δεν έχει σημασία, όλα αποδομούνται. Ο κόσμος είναι σκληρός και ελπίδα δεν υπάρχει. Το μόνο που θα έρθει είναι η ανατροπή και η καταστροφή.
Έχοντας ένα τέτοιο έργο ο Λ. Βογιατζής στήνει μια πολύ καλή παράσταση. Οι ήρωες είναι οι λαικοί τύποι της διπλανής πόρτας αλλά φέρουν ένα βαθύτερο φορτίο, αυτό του συμβόλου. Η σκηνή με το βαλς είναι ίσως η καλύτερη του έργου, απόλυτα ενορχηστρωμένη, ξετυλίγει τις πικρές ιστορίες των προσώπων. Οι ηθοποιοί υπηρετούν απόλυτα το κείμενο δίνοντας εξαιρετικές ερμηνείες.
Ένα έργο λοιπόν σκληρό για ένα κόσμο σκληρό που χωρίς να το θέλει σοκάρει με τη συνειδητοποίηση της αλήθειας του.


Friday, July 16, 2010

Νερό και Ανάσα...


Aqua, δηλαδή νερό και Nefes, δηλαδή ανάσα ήταν τα δύο έργα της Πίνα Μπάους. Νερό και ανάσα (αέρας) δύο από τα βασικά στοιχεία της φύσης. Το νερό παρότι τίτλος στο πρώτο υπήρχε και στα δύο έργα, ο ανθρώπινος καταρράκτης στο Aqua και η λιμνούλα με νερό αλλά και η βροχή στο Nefes. Ανάσα, αέρας ήταν και στα δύο έργα οι χορευτές που αψηφούσαν τους νόμους της βαρύτητας, ανάλαφροι, κινούνταν σα να πετούσαν. Τα δύο αυτά στοιχεία της φύσης λοιπόν χαρακτηρίζαν και τα δύο έργα της Πίνα Μπάους. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε τη γη στην οποία επανέρχονταν οι χορευτές συνέχεια και τη φωτιά που μεταφορικά ως πάθος χαρακτήριζε και τα δύο έργα.
Οι δύο παραστάσεις είχαν πολλά κοινά σημεία, άλλωστε και οι δύο αποτελούσαν εικόνες από ταξίδια της Πίνα Μπάους. Το πρώτο στη Βραζιλία και το δεύτερο στην Κων/πολη. Και τα δύο ήταν ένα συνοθύλευμα εικόνων που προσπάθησαν και κατάφεραν να δώσουν μια μυρωδιά των τόπων αυτών.
Πανδαισία χρωμάτων και ήχων και στις δύο παραστάσεις, πολύχρωμα ρούχα και εξαιρετικές μουσικές επιλογές από διάφορα μουσικά είδη. Χορογραφίες εξαιρετικές και έξοχα ποιητικές. Αισθησιασμός.


Η Βραζιλία, σα νερό, πιο ανάλαφρη, έρρεε, ήταν παιχνιδιάρικη, με εικόνες χαλαρές, καλοκαιρινές, μαγευτικές. Η Κωνσταντινούπολη, σαν ανάσα κουβαλούσε πιο μεγάλο βάρος, ήταν πιο μυστηριώδης και υπαινικτική.
Δύο δείγματα, λοιπόν, μιας μεγάλης δημιουργού που άλλαξε τα δεδομένα στο σύγχρονο χορό. Και τα δύο κατάφεραν να μας πάρουν για λίγο μαζί τους στο ταξίδι.


Monday, July 12, 2010

Ο Προμηθέας που χάθηκε στη μετάφραση...


Και ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα πολύ ατμοσφαιρικό μέρος, το Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας. Γύρω τα κτίρια του Ελαιουργείου, πρόχειρες κερκίδες για τους θεατές και μια ορχήστρα για την παράσταση. Μετά μπαίνεις και αντικρύζεις το σκηνικό του Γ. Κουνέλλη, αυτό που ονομάστηκε βροχή από πέτρες. Σε ένα από τα κτίρια του Παλαιού Ελαιουργίου σε σχήμα Π κρέμονται με σχοινιά μεγάλες πέτρες σε συμμετρικά διαστήματα μεταξύ τους. Το σκηνικό αποπνέει την αγριότητα του βράχου, την αγριότητα του μύθου του Προμηθέα και σε βάζει στο κλίμα. Γύρω πολλοί, ανάμεσα τους κι εγώ φωτογραφίζουμε την εγκατάσταση αυτή. Περιμένω με αγωνία να ξεκινήσει η παράσταση και έχω πολύ καλό προαίσθημα ότι το ταξίδι στην Ελευσίνα θα μας ανταμείψει.
Σιγά σιγά οι ηθοποιοί παίρνουν τη θέση τους, ανάμεσα στους θεατές αρχικά κι έπειτα θα πάρουν τη θέση τους στη σκηνή σε διάφορους σχηματισμούς. Ο χορός αποτελείται από άντρες τριών εθνικοτήτων που ο καθένας μιλάει στη γλώσσα του, ελληνικά, γερμανικά, τούρκικα. Πίσω στο κέντρο θα τοποθετηθεί η Σοφία Μιχαλοπούλου, σταθερή συνεργάτης του Θ. Τερζόπουλου που θα συνδέσει σπαρακτικά την ιστορία με οποιαδήποτε ιστορία προδοσίας, πολέμου και χαμού. Και πίσω από αυτή ο Προμηθέας κατά το περισσότερο διάστημα θα διαλεχθεί με το χορό κι έπειτα με τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου και θα βασανιστεί από το όρνιο που του τρώει τα σπλάχνα. Οι ηθοποιοί του Θ. Τερζόπουλου απίστευτα «γυμνασμένοι» σε όλα τα επίπεδα, με προεξάρχοντα τον Προμηθέα θα αποδώσουν μέσα από το σχήμα και τη φόρμα, δηλ. με σωματικοποιημένους σχηματισμούς, με κραυγές και επαναλήψεις («Θα’ ρθει μια μέρα!») το πολιτικό νόημα του έργου.


Μέχρι εδώ όλα φαίνονται ιδανικά, ίσως να μπορούσαμε να μιλήσουμε και για μια θεατρική εμπειρία. Υπάρχει όμως δυστυχώς το αλλά. Η παράσταση έχει λίγα σημεία στα ελληνικά (λογικό άλλωστε, αφού διοργανώνεται από την Κωνσταντινούπολη Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2010 σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Αθηνών και το Stiftung Zollverein). Ο Προμηθέας μιλάει τούρκικα, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος τα τούρκικα μπλέκονται με τα γερμανικά, με μόνο λίγες παρεμβάσεις ελληνικών (Ηώ). Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αν βέβαια υπήρχε υπερτιτλισμός ή παράλληλη μετάφραση. Όμως όχι...έχεις όλα αυτά τα θετικά στοιχεία και τα παραβλέπεις όλα..αδυνατείς να παρακολουθήσεις την παράσταση και τελικά απλά χαίρεσαι που τελείωσε. Προσωπικά δεν ξέρω μόνο το μύθο του Προμηθέα, αλλά και το ίδιο το έργο πολύ καλά...αλλά όταν ακούς κάποιον να μιλάει στη σκηνή και δεν καταλαβαίνεις τι λέει (υποσημείωση: χωρίς να σε έχει προϊδεάσει κανείς από πριν), τελικά εκνευρίζεσαι και παρατάς κάθε προσπάθεια. Το σκηνικό, οι σχηματισμοί του χορού, όλα χάνουν την ατμόσφαιρα τους και το εγχείρημα αποτυγχάνει στα μάτια σου. Και μετά προκύπτει το μεγάλο ερώτημα: «Γιατί;» Πραγματικά, γιατί; Δεν ήταν καλαίσθητο, ήταν δείγμα ελιτισμού, πίστης στη μουσικότητα του λόγου και στη δύναμη της εικόνας, πίστης στο κοινό; Τι από όλα αυτά μπορεί να λειτούργησε στην απόφαση να μη δοθεί τελικά η ευκαιρία να ακούσουμε τον λόγο;
Αποτέλεσμα: Πολλά «Αίσχος» και πολλά «Μπράβο», κατά τη γνώμη μου υπερβολικά και για λάθος λόγους και τα δύο!

Thursday, July 8, 2010

Το κλασικό και το μεταμοντέρνο


http://www.diena.lv/upload/article/0072/717592/1189568_BIG_1265684819.jpg
Το Σαββατοκύριακο που πέρασε βρέθηκα σε δύο παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, οι οποίες ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Μιλάω για τους «Δαίμονες» δια χειρός Πέτερ Στάιν και για το «Ένα λεωφορείο» βασισμένο στο «Λεωφορείον ο Πόθος» σε σκηνοθεσία Κριστόφ Βαρλικόφσκυ.
Και οι δύο παραστάσεις ασχολήθηκαν με κείμενα αρκετά γνωστά και συγγραφείς καταξιωμένους. Οι «Δαιμονισμένοι», το 950 σελίδων μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ μετασκευάστηκε από τον Πέτερ Στάιν, ενώ το «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τένεσυ Ουίλλιαμς αποδομήθηκε στα χέρια του Κριστόφ Βαρλικόφσκυ. Αυτή η επιφανειακή ομοιότητα στη μεταμόρφωση του έργου, καθώς και το ότι οι παραστάσεις ήταν πολυαναμενόμενες και sold out είναι ίσως τα μόνα κοινά στοιχεία.
Η παράσταση του Στάιν πρόδιδε πρώτα απ’όλα τη μεγάλη ικανότητα του δημιουργού της ως φιλολόγου, καθώς η διασκευή του ήταν εξαιρετικά σύμφωνη με το έργο και απέδιδε πλήρως τα γεγονότα και νοήματά του, σε σημείο εντυπωσιακό. Φτάνει όμως μόνο αυτό;
Η 12ωρη παράσταση δεν ήταν απλά κλασική, ήταν περισσότερο σαν αναπαράσταση των σκηνών παρά απόδοση τους. Η σκηνοθεσία λειτουργούσε μόνο σε επίπεδο χώρου, αλλά χωρίς να προτείνει κάτι. Το εγχείρημα, αν και τελειοποιήθηκε σε επίπεδο κειμένου, φαινόταν σα να ήθελε αρκετή δουλειά σε επίπεδο σκηνοθεσίας. Ακόμα και οι ερμηνείες ήταν χλιαρές σε γενικές γραμμές. Αναρωτιέται βέβαια κανείς πόσο εφικτή είναι η προετοιμασία μιας 12 ωρης παράστασης σε όλα τα επίπεδα!
Αυτό που με προβλημάτισε ιδιαίτερα ήταν το ύφος της παράστασης. Έχουμε ένα κείμενο το οποίο σκιαγραφεί τη ρώσικη ψυχή και έναν ιταλικό θίασο, ο οποίος βρίσκεται πολύ μακριά από το ύφος αυτό. Τα πρώτα μέρη ειδικά έμοιαζαν περισσότερο με ελαφριά φάρσα παρά με ρώσικο δράμα, ενώ οι υπερβολικές κινήσεις και ο τονισμός των χεριών σε παρέπεμπε περισσότερο σε ιταλικό νεορεαλισμό παρά στον Ντοστογιέφσκυ. Γενικά πιστεύω οτι ή κάποιος ακολουθεί κλασικό ανέβασμα και συμπεριλαμβάνει την εποχή και το ύφος, ή αλλιώς επιλέγει το εγχειρημα να έχει πιο υπαινικτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Εδώ σαν να επιλέχθηκε μια μέση λύση, που για μένα δεν επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.


http://www.idemoni.org/immagini/home2.jpg
Αυτό στο οποίο συμφωνώ ήταν ότι επρόκειτο πραγματικά για εμπειρία ως προς την άποψη του χρόνου, αλλά όταν αξιώνεις ο θεατής να βρίσκεται για 12 ώρες στο θέατρο, θεωρώ πως πρέπει να έχεις κάτι παραπάνω να πεις από απλά το κείμενο.
Παρόλαυτα η παράσταση του Στάιν ξεσήκωσε το χειροκρότημα των θεατών, σε αντίθεση με την παράσταση του Βαρλικόφσκυ, που δεν χειροκροτήθηκε με την ίδια ένταση.
Ο Βαρλικόφσκυ έχτισε μια μεταμοντέρνα παράσταση με κύριο άξονα την πρωταγωνίστρια στο έργο (Μπλανς Ντυμπουα) αλλά και την πρωταγωνίστρια στην παράσταση (Ιζαμπέλ Υππέρ). Η πρώτη σκηνή ξεκινάει με τα διονυσιακά σταφύλια που τρώει η Υππέρ, συνεχίζεται σε ένα σκηνικό - installation, που περιλαμβάνει από κρεβάτι, τουαλέτα μέχρι και ...μπόουλινγκ, σε διάφορα επίπεδα. Ο σκηνοθέτης φέρνει στο “κλασικό” αυτό έργο άλλα κείμενα, Πλάτωνα, βιβλικές ιστορίες αλλά και τραγούδια, που εκφράζουν την ψυχοσύνθεση των ηρώων του τη στιγμή εκείνη. Στο έργο δεν υπάρχει χρόνος ούτε τόπος, η Μπλανς είναι όποιαδήποτε ευαίσθητη ψυχή δεν κατάφερε να τα βγάλει πέρα με την πραγματικότητα και οι υπόλοιποι είναι η πραγματικότητα αυτή.


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgC00qbo7olAhalefioqIvveMjuPxrs_3HopB_xSlq-Q6q2sMfPpHm1pj1Jp7weGzemHBpkq80no1nvLzyptOTmJAjK7WTxswi4ZB4hdW6HwkGpt5J0Yd-Qe2CHmrzndHvuiwr1Hxh-KuSC/s400/26-wspolpraca-tramway.jpg
Η σκηνοθεσία δείχνει τη βαθιά μελέτη του σκηνοθέτη πάνω στο έργο, τη δυνατότητα του για συμβολική αναπαράσταση και βέβαια την υποκριτική δύναμη της Υππέρ, η οποία πραγματικά κυριάρχησε στη σκηνή, μεταφέροντας μια Μπλανς μακριά από στερεότυπα και κλισέ.
Κοιτώντας και τις δύο παραστάσεις τελικά, δε μένω στο ποια μου αρεσε περισσότερο ή λιγότερο. Νομίζω όμως ότι παρουσιάζουν ένα μεγάλο ερώτημα για το θεατρο και την τέχνη γενικότερα, δύο αντιμαχόμενες πλευρές. «Κλασική αναπαράσταση» ή «μεταμοντέρνα αισθητική»; Εμμονή στο κείμενο ή κυνήγι του καινούργιου;

Saturday, July 3, 2010

Παράθεμα

Τα ζώα κατατάσσονται σε:

α. αυτά που ανήκουν στον αυτοκράτορα

β. ταριχευμένα

γ. εξημερωμένα

δ. χοιρίδια

ε. σειρήνες

στ. μυθικά

ζ. αδέσποτους σκύλους

η. όσα περιλαμβάνονται σε αυτή την ταξινόμηση

ι. αναρίθμητα

ια. σχεδιασμένα με λεπτό πινέλο και τρίχα καμήλας

ιβ. και τα λοιπά

ιγ. αυτά που μόλις έσπασαν τη στάμνα

ιδ. εκείνα που από μακριά φαίνονται σα μύγες

«κινέζικη εγκυκλοπαίδεια» < Foucault,1963

Αν νομίζουμε ότι όλοι έβλεπαν & βλέπουν τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο...