Διαβάζοντας ξανά το έργο του Μπρεχτ τελευταία δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ τι θέση έχει στο σημερινό θέατρο το έργο του, αλλά και θεωρητικές τοποθετήσεις του, όπως η γνωστή «αποστασιοποίηση». Δεν μπόρεσα, επίσης, να μην αναρωτηθώ γιατί μερικές φορές τα έργα του μπορεί να φαίνονται (φωτιά να πέσει να με κάψει!) λίγο βαρετά!
Το θέατρο του Μπρεχτ είναι ένα θέατρο πρώτα και κύρια κοινωνικό, ένα θέατρο που δρα, επηρρεάζει και μεταβάλλει την κοινωνία. Μπορεί όμως να είναι ένα θέατρο διαχρονικό και άρα επίκαιρο; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι εφόσον το έργο του αφορά την κοινωνία, τότε ναι, μπορεί βέβαια να είναι διαχρονικό. Ποια κοινωνία όμως; Ο ίδιος διαμόρφωσε τις θέσεις του μέσα στη συγκεκριμένη μεσοπολεμική κοινωνία της εποχής του και με το ιδεολογικό υπόβαθρο ενός περιρρέοντος μαρξισμού. Ο ίδιος γράφει: Όλες οι τέχνες συμβάλλουν στη μεγαλύτερη απ’ όλες: στην τέχνη της ζωής. Όμως μήπως η ζωή στην εποχή που έγραφε ο Μπρεχτ δεν είναι ίδια με τη ζωή του 21ου αιώνα;
Και τι γίνεται με τις έννοιες όπως η αποστασιοποίηση; Ο Μπρεχτ υποστηρίζει ότι το θέατρο έχει στόχο πρώτα την ψυχαγωγία, αλλά στη νέα επιστημονική εποχή αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τους μηχανισμούς της αποξένωσης, δηλ. αποοικειοποίησης ή αποστασιοποίησης. ... είναι απλό, αν μπούμε στο έργο, ταυτιστούμε, το ζήσουμε, αυτό μας μεταφέρει άκριτα συναισθήματα, απόψεις, αυθορμητισμούς. Αν όμως δούμε τα πράγματα ως γνωστά και ταυτόχρονα ξένα, τότε μπορούμε να τα κρίνουμε, και όταν μπορούμε να κρίνουμε τα πράγματα, τότε μπορούμε να πιστέψουμε και στη μεταβολή τους. Αν δούμε κριτικά την κοινωνία, αν τη δούμε αποστασιοποιημένα, τότε μπορούμε να πιστέψουμε ότι θα την αλλάξουμε. Η ιδέα ακούγεται ενδιαφέρουσα, αλλά και πάλι θα αναρωτηθώ (τώρα σίγουρα θα πέσει η φωτιά να με κάψει..), θα πιστέψουμε ότι μπορεί να αλλάξουμε την κοινωνία του Μπρεχτ, αλλά τη δική μας;
Με αφορμή τις δύο παραστάσεις, που παρακολούθησα στο θέατρο της Επιδαύρου - Ορέστης, σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά και Οθέλλος, σε σκηνοθεσία Τ. Οστερμάιερ - ήλθε ξανά στην επιφάνεια ένα ζήτημα που με έχει απασχολήσει αρκετά: η χρησιμότητα του θεάτρου της Επιδαύρου ως χώρο παραστάσεων. Και θα εξηγήσω αμέσως, γιατί συμβαίνει αυτό. Οι δύο αυτές παραστάσεις, που κατά τη γνώμη μου ήταν πολύ καλές ξέφευγαν και οι δύο από την παραδοσιακή φόρμα και ενέπιπταν περισσότερο στο μεταμοντέρνο. Θα ήταν λάθος να τις εξισώσω, απλώς θα πω πως και οι δύο υπηρετούσαν μια μάλλον όχι συμβατική ματιά στη θέαση του αρχαίου δράματος. Μέχρι εδώ μπορεί να πει κανείς ότι θα βρεθούν πολέμιοι και υποστηρικτές. Άνθρωποι που πιστεύουν πως το αρχαίο δράμα θα πρέπει να προσπαθήσει να μείνει πιστό σε μια κλασική παράδοση, ή αλλιώς κατά τη γνώμη μου να γίνει μουσειακό είδος και άνθρωποι που πιστεύουν πως το αρχαίο δράμα, όπως και κάθε άλλη μορφή θεάτρου είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που για να μεταφέρει τα μηνύματα του πρέπει να αφουγκραστεί τις εξελίξεις της κοινωνίας, στην οποία μορφώνεται ως θεατρική πράξη. Οι προβληματισμοί αυτοί δεν είναι άγνωστοί, αυτό όμως που με εντυπωσίαζει είναι το πώς συνδυάζονται από κάποιους με την «ιερότητα» τους αρχαίου χώρου. Υπάρχει λοιπόν ένας διάχυτος ψευτοσεβασμός προς τον χώρο και την παράδοση, που θέλει απαράδεκτη τη νεώτερη ματιά στο αρχαίο δράμα. Μα τότε ποιο το νόημα του θεάτρου; Μήπως να αφήσουμε την τραγωδία με χλαμύδα για διαφημιστικούς λόγους και για να έρχονται οι τουρίστες και να λένε πως κάπως έτσι θα ήταν στην αρχαία Ελλάδα (κάτι που λίγο το γνωρίζουμε ούτως ή άλλως); Μα ούτε κι εκείνοι θα αναζητήσουν κάτι τέτοιο..πιστέψτε με. Όταν δηλαδή πάει κανείς στο Λονδίνο να δει Σαίξπηρ, δέχεται μόνο την “πιστή απεικόνιση” του Globetheatre. Δεν είναι μόνο το παρελθόν που διαμορφώνει πολιτισμό, αλλά και το παρόν. Ένα ζωντανό θεατρικό παρόν προβάλλει ένα ζωντανό θεατρικό παρελθόν. Και ο σεβασμός τελικά πρέπει να επιζητάται ως προς τους σκοπούς και την προσπάθεια, και όχι τη στείρα μίμηση.
ProfΗ παρακολούθηση μιας παράστασης στην Επίδαυρο έχει πράγματι μια μαγεία, κάτι διαφορετικό, το οποίο δεν πηγάζει βέβαια από κάποια μεταφυσική του χώρου, αλλά μόνο από τις συνήθειες με τις οποίες περιβάλλει κανείς την εμπειρία αυτή. Άλλωστε η παράσταση στην Επίδαυρο περιλαμβάνει όλο το ταξίδι, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ορέστης. Μία από τις πιο καλές στιγμές του Φεστιβάλ φέτος το καλοκαίρι ήταν ο Ορέστης σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Πρώτα απ’όλα ήταν το σκηνικό. Δεμένα σκοινιά έφτιαχναν το περίγραμμα του οίκου. Η δράση εξελισσόταν κυρίως έξω από το παλάτι, αλλά έβλεπες μια εικόνα και του εσωτερικού, ενώ στιγμές μεταφερόταν η δράση και μέσα. Το εσωτερικό έμοιαζε περισσότερο με αστικό σπίτι, με το βαρύ τραπέζι και το πιάνο. Έξω έβλεπες ένα παλάτι κυρίως μέσα από τα μάτια του χορού. Εδώ ήταν η πρώτη μεγάλη έκπληξη. Ο χορός στον Ορέστη εκτός από μικρός σε έκταση, είναι θα μπορούσε να πει κανείς και λίγο άχαρος. Όμως ο Χουβαρδάς τον εκμεταλλέυτηκε στο έπακρο. Τον εμφάνισε σαν νέα παιδιά που επισκέπτονται αρχαιολογικό χόρο (εκεί βλέπεις και το παλάτι μέσα από τα μάτια τους). Τα παιδιά, όπως και ο λαός ακολουθεί και συμπάσχει με τα βάσανα του παλατιού, αλλά επίσης σχολιάζει, αδιαφορεί, γελάει...είναι καθημερινοί άνθρωποι. Prof
Μετά τον χορό έρχονται σιγά σιγά στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου ερμηνευμένα τόσο άρτια από όλους τους ηθοποιούς. Ο Ορέστης βασανίζεται αλλά και παθιάζεται, η Ηλέκτρα είναι η δύναμη του έργου, απεκδημένη από οποιαδήποτε θηλυκότητα κι έτοιμη (πλέον στον Ευρυπίδη) για δράση, ο Πυλάδης αδίστακτος και έτοιμος για φόνο, ο Τυνδάρεως εξαιρετικός, σχηματικός γέρος βασιλιάς με το καπέλο και το μπαστούνι που στο τέλος πετά, χωρίς ίχνος μανιερισμού και βέβαια ο Φρύγας δούλος, που τονίζει τη σεξουαλική του ταυτότητα του και παράλληλα ειρωνεύεται τον ρατσιμό.
Σε αυτό το πνεύμα ο φόνος θα γίνει επί σκηνής - μέσα όμως, στο εσωτερικό, στο περιθώριο του οίκου. Και στο τέλος υπεράνω όλων θα εμφανιστεί ο θεός, ο Απόλλωνας, που με εξαιρετικό τρόπο (κινόντας τα πρόσωπα σα μαριονέτες) θα φανεί ο κυρίαρχος του παιχνιδιού και αυτός που ορίζει τις πράξεις και τη μοίρα όλων.
Μια παράσταση που ανήκε στο μεταμοντέρνο και που έδειξε, παρά τις αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κάποιος μια πραγματική ανάγνωση του έργου.
Prof
Οθέλλος
Πριν δύο χρόνια είδα ίσως την καλύτερη παράσταση που θεωρώ ότι έχω δει, τον Άμλετ από τον Τόμας Όστερμάιερ και την Σαουμπύνε. Αντάξια της παράστασης αυτής ήταν και ο Οθέλλος του ίδιου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
Πρώτα αντικρύζει κανείς το σκηνικό, μια πισίνα από «πετρέλαιο». Ο Οθέλλος και η Δεισδαιμόνα, αφού γυμνωθούν θα κάνουν έρωτα πάνω στο κρεβάτι που κυβερνάται από το πετρέλαιο. Η μοιράια ένωση, που θα σηματοδοτήσει όλες τις υπόλοιπες εξελίξεις, έγινε. Η ένωση των «διαφορετικών στοιχείων» δεν μπορεί να φέρει την αρμονία για την κοινωνία της εποχής.
Prof
http://greekculture.wordpress.com/2010/06/29
Στη συνέχεια όλα τα πρόσωπα του έργου θα αναλάβουν σιγά σιγά το ρόλο τους. Δε χρειάζεται καν να φύγουν πάντα από τη σκηνή. Παρακολουθεί έτσι κανείς μια συνεχή κίνηση, μια συνεχή δράση. Παράλληλα μια μπάντα παίζει στο πλάι, ενώ εικόνες προβάλλονται στο πίσω μέρος (τα πρόσωπα των ηθοποιών σε στιγμές έντασης ή ακόμα και εικόνες που παραπέμπουν σε Λας Βέγκας). Η ατμόσφαιρα έχει δημιουργηθεί.
Βέβαια, δε μίλησα ακόμα για αυτό που όλοι αναρωτιόνταν. Ναι, ο Οθέλλος ήταν λευκός και ναι, το κείμενο είχε κρατήσει αυτούσια την αναφορά στον «Μαύρο». Η ερμηνεία αυτής της επιλογής δημιουργεί διαφορετικές εντυπώσεις στον καθένα (κι εκεί νομίζω κερδίζει και το στόχο της). Για εμένα π.χ. ήταν ένα δείγμα του ότι δεν είναι το χρώμα που κάνει τον Οθέλλο να ξεχωρίζει τελικά μέσα στην κοινωνία που ζει, είναι γενικά η διαφορετικότητα. Ο Οθέλλος ξεκινάει αγνός και πιστός, αλλά δεν έχει καμία ελπίδα στον αδηφάγο κόσμο που οποίο ζει. Όπως καμία ελπίδα και καμία θέση τελικά δεν έχει και ο έρωτας.
Η μεγάλη, όμως, μορφή του έργου, που ερμηνεύτηκε και εξαιρετικά είναι ο Ιάγος. Είδαμε έναν Ιάγο που σφίζει από ζωή και που είναι ποτισμένος από τη ζωή της εποχής του. Με τις ενέργειες του η πίστη και η καλοσύνη θα οδηγηθούν στην τρέλα, αλλά και η υστεροβουλία θα παταχθεί. Θα μείνει μόνο η πραγματικότητα που τελικά τα περιλαμβάνει όλα.
Με τη λέξη τόκος ο Δ. Δημητριάδης επαναφέρει στη λέξη τη σημασία αυτού που γενιέται, του απογόνου (από τη ρίζα της τίκτω), η οποία σήμερα δε χρησιμοποιείται πια. Τη λέξη όμως χρησιμοποιεί και ως αυτό που πληρώνει ο οφειλέτης στο δανειστή του, μιας και στο έργο επανέρχεται το ζήτημα του ποιος χρωστάει τι και πώς θα πληρώσει. Ο τόκος με την πρώτη σημασία σε όλες τις κοινωνίες είναι πηγή χαράς και ελπίδας για τη νέα ζωή. Τι γίνεται όμως όταν ο τόκος, όταν αυτή η νέα ελπίδα στραγγαλίζεται εξ αρχής και μάλιστα από τον δημιουργό της; Αυτός είναι ο βασικός άξονας του έργου που έγραψε ο Δ. Δημτριάδης και σκηνοθέτησε ο Λ. Βογιατζής με μία ομάδα επίλεκτων ηθοποιών στη διάθεση του. Κεντρικό θέμα λοιπόν η γέννηση ενός παιδιού και ο θάνατος του από την ίδια τη μητέρα του.
Παράλληλα με αυτό το θέμα που δίνει και τον τίτλο στο έργο, υπάρχουν πλήθος ιστοριών, ο νταβατζής που τελικά έμεινε με ένα από τα κορίτσια του και συνεργάζεται με ανθρώπους της κυβέρνησης. Ο υπάλληλος των μυστικών υπηρεσιών που σκοπός του είναι πάντα η εξυπηρέτηση του συστήματος. Η τραγική φιγούρα της Ποπλίνας που ο άντρας της σκότωσε τη νύφη της, ενώ ήταν έγγυος στο 13ο παιδί, με αποτέλεσμα ο γιος της να τρελαθεί και τα εγγόνια της να μπουν στο ορφανοτροφείο. Επίσης, ο αρριβίστας νέος (Πετρής), που ξεκίνησε από το βούρκο και θα ανέβει με κάθε θεμιτό ή κυρίως αθέμιτο μέσο. Ο Μέρλος, ο αυτεπάγγελτος τιμωρός και σωτήρας του κόσμου που δολοφονεί έγγυες γυναίκες. Και βέβαια η αυτουργός μητέρα. Ένα συνοθύλευμα χαρακτήρων με ακραίες ιστορίες.
Όλοι τους είναι άνθρωποι λαϊκοί. Αυτό φαίνεται και στη γλώσσα. Μια γλώσσα έντονη, τραχειά, χωρίς καθωσπρεπισμούς. Ο Δημητριάδης δε φοβάται να βάλει τους ήρωες του να μιλήσουν όπως θα μίλαγαν οι άνθρωποι της πιάτσας. Υπερβολικό; Μάλλον όχι. Δε φαίνεται να γίνεται επίτηδες για να σοκάρει, αλλά ίσα ίσα στην προσπάθεια να μην εξωραϊστούν τα πράγματα.
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει ο χώρος και ο χρόνος. Σχεδόν σα να μην υπάρχουν. Βρισκόμαστε σε μια αυλή, σήμα κατατεθέν έργων του ’50, αλλά φαίνεται σα να είναι σήμερα ή θα μπορούσε να ήταν και πολύ παλιότερα. Ουσιαστικά όμως δεν έχει σημασία. Το μήνυμα είναι πανανθρώπινο. Το έργο είναι ταυτόχρονα υπαρξιακό και πολιτικό. Τίποτα δεν έχει σημασία, όλα αποδομούνται. Ο κόσμος είναι σκληρός και ελπίδα δεν υπάρχει. Το μόνο που θα έρθει είναι η ανατροπή και η καταστροφή.
Έχοντας ένα τέτοιο έργο ο Λ. Βογιατζής στήνει μια πολύ καλή παράσταση. Οι ήρωες είναι οι λαικοί τύποι της διπλανής πόρτας αλλά φέρουν ένα βαθύτερο φορτίο, αυτό του συμβόλου. Η σκηνή με το βαλς είναι ίσως η καλύτερη του έργου, απόλυτα ενορχηστρωμένη, ξετυλίγει τις πικρές ιστορίες των προσώπων. Οι ηθοποιοί υπηρετούν απόλυτα το κείμενο δίνοντας εξαιρετικές ερμηνείες.
Ένα έργο λοιπόν σκληρό για ένα κόσμο σκληρό που χωρίς να το θέλει σοκάρει με τη συνειδητοποίηση της αλήθειας του.
Aqua, δηλαδή νερό και Nefes, δηλαδή ανάσα ήταν τα δύο έργα της Πίνα Μπάους. Νερό και ανάσα (αέρας) δύο από τα βασικά στοιχεία της φύσης. Το νερό παρότι τίτλος στο πρώτο υπήρχε και στα δύο έργα, ο ανθρώπινος καταρράκτης στο Aqua και η λιμνούλα με νερό αλλά και η βροχή στο Nefes. Ανάσα, αέρας ήταν και στα δύο έργα οι χορευτές που αψηφούσαν τους νόμους της βαρύτητας, ανάλαφροι, κινούνταν σα να πετούσαν. Τα δύο αυτά στοιχεία της φύσης λοιπόν χαρακτηρίζαν και τα δύο έργα της Πίνα Μπάους. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε τη γη στην οποία επανέρχονταν οι χορευτές συνέχεια και τη φωτιά που μεταφορικά ως πάθος χαρακτήριζε και τα δύο έργα.
Οι δύο παραστάσεις είχαν πολλά κοινά σημεία, άλλωστε και οι δύο αποτελούσαν εικόνες από ταξίδια της Πίνα Μπάους. Το πρώτο στη Βραζιλία και το δεύτερο στην Κων/πολη. Και τα δύο ήταν ένα συνοθύλευμα εικόνων που προσπάθησαν και κατάφεραν να δώσουν μια μυρωδιά των τόπων αυτών.
Πανδαισία χρωμάτων και ήχων και στις δύο παραστάσεις, πολύχρωμα ρούχα και εξαιρετικές μουσικές επιλογές από διάφορα μουσικά είδη. Χορογραφίες εξαιρετικές και έξοχα ποιητικές. Αισθησιασμός.
Η Βραζιλία, σα νερό, πιο ανάλαφρη, έρρεε, ήταν παιχνιδιάρικη, με εικόνες χαλαρές, καλοκαιρινές, μαγευτικές. Η Κωνσταντινούπολη, σαν ανάσα κουβαλούσε πιο μεγάλο βάρος, ήταν πιο μυστηριώδης και υπαινικτική.
Δύο δείγματα, λοιπόν, μιας μεγάλης δημιουργού που άλλαξε τα δεδομένα στο σύγχρονο χορό. Και τα δύο κατάφεραν να μας πάρουν για λίγο μαζί τους στο ταξίδι.
Και ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα πολύ ατμοσφαιρικό μέρος, το Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας. Γύρω τα κτίρια του Ελαιουργείου, πρόχειρες κερκίδες για τους θεατές και μια ορχήστρα για την παράσταση. Μετά μπαίνεις και αντικρύζεις το σκηνικό του Γ. Κουνέλλη, αυτό που ονομάστηκε βροχή από πέτρες. Σε ένα από τα κτίρια του Παλαιού Ελαιουργίου σε σχήμα Π κρέμονται με σχοινιά μεγάλες πέτρες σε συμμετρικά διαστήματα μεταξύ τους. Το σκηνικό αποπνέει την αγριότητα του βράχου, την αγριότητα του μύθου του Προμηθέα και σε βάζει στο κλίμα. Γύρω πολλοί, ανάμεσα τους κι εγώ φωτογραφίζουμε την εγκατάσταση αυτή. Περιμένω με αγωνία να ξεκινήσει η παράσταση και έχω πολύ καλό προαίσθημα ότι το ταξίδι στην Ελευσίνα θα μας ανταμείψει.
Σιγά σιγά οι ηθοποιοί παίρνουν τη θέση τους, ανάμεσα στους θεατές αρχικά κι έπειτα θα πάρουν τη θέση τους στη σκηνή σε διάφορους σχηματισμούς. Ο χορός αποτελείται από άντρες τριών εθνικοτήτων που ο καθένας μιλάει στη γλώσσα του, ελληνικά, γερμανικά, τούρκικα. Πίσω στο κέντρο θα τοποθετηθεί η Σοφία Μιχαλοπούλου, σταθερή συνεργάτης του Θ. Τερζόπουλου που θα συνδέσει σπαρακτικά την ιστορία με οποιαδήποτε ιστορία προδοσίας, πολέμου και χαμού. Και πίσω από αυτή ο Προμηθέας κατά το περισσότερο διάστημα θα διαλεχθεί με το χορό κι έπειτα με τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου και θα βασανιστεί από το όρνιο που του τρώει τα σπλάχνα. Οι ηθοποιοί του Θ. Τερζόπουλου απίστευτα «γυμνασμένοι» σε όλα τα επίπεδα, με προεξάρχοντα τον Προμηθέα θα αποδώσουν μέσα από το σχήμα και τη φόρμα, δηλ. με σωματικοποιημένους σχηματισμούς, με κραυγές και επαναλήψεις («Θα’ ρθει μια μέρα!») το πολιτικό νόημα του έργου.
Μέχρι εδώ όλα φαίνονται ιδανικά, ίσως να μπορούσαμε να μιλήσουμε και για μια θεατρική εμπειρία. Υπάρχει όμως δυστυχώς το αλλά. Η παράσταση έχει λίγα σημεία στα ελληνικά (λογικό άλλωστε, αφού διοργανώνεται από την Κωνσταντινούπολη Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2010 σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Αθηνών και το StiftungZollverein). Ο Προμηθέας μιλάει τούρκικα, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος τα τούρκικα μπλέκονται με τα γερμανικά, με μόνο λίγες παρεμβάσεις ελληνικών (Ηώ). Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αν βέβαια υπήρχε υπερτιτλισμός ή παράλληλη μετάφραση. Όμως όχι...έχεις όλα αυτά τα θετικά στοιχεία και τα παραβλέπεις όλα..αδυνατείς να παρακολουθήσεις την παράσταση και τελικά απλά χαίρεσαι που τελείωσε. Προσωπικά δεν ξέρω μόνο το μύθο του Προμηθέα, αλλά και το ίδιο το έργο πολύ καλά...αλλά όταν ακούς κάποιον να μιλάει στη σκηνή και δεν καταλαβαίνεις τι λέει (υποσημείωση: χωρίς να σε έχει προϊδεάσει κανείς από πριν), τελικά εκνευρίζεσαι και παρατάς κάθε προσπάθεια. Το σκηνικό, οι σχηματισμοί του χορού, όλα χάνουν την ατμόσφαιρα τους και το εγχείρημα αποτυγχάνει στα μάτια σου. Και μετά προκύπτει το μεγάλο ερώτημα: «Γιατί;» Πραγματικά, γιατί; Δεν ήταν καλαίσθητο, ήταν δείγμα ελιτισμού, πίστης στη μουσικότητα του λόγου και στη δύναμη της εικόνας, πίστης στο κοινό; Τι από όλα αυτά μπορεί να λειτούργησε στην απόφαση να μη δοθεί τελικά η ευκαιρία να ακούσουμε τον λόγο;
Αποτέλεσμα: Πολλά «Αίσχος» και πολλά «Μπράβο», κατά τη γνώμη μου υπερβολικά και για λάθος λόγους και τα δύο!
Το Σαββατοκύριακο που πέρασε βρέθηκα σε δύο παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, οι οποίες ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Μιλάω για τους «Δαίμονες» δια χειρός Πέτερ Στάιν και για το «Ένα λεωφορείο» βασισμένο στο «Λεωφορείον ο Πόθος» σε σκηνοθεσία Κριστόφ Βαρλικόφσκυ.
Και οι δύο παραστάσεις ασχολήθηκαν με κείμενα αρκετά γνωστά και συγγραφείς καταξιωμένους. Οι «Δαιμονισμένοι», το 950 σελίδων μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ μετασκευάστηκε από τον Πέτερ Στάιν, ενώ το «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τένεσυ Ουίλλιαμς αποδομήθηκε στα χέρια του Κριστόφ Βαρλικόφσκυ. Αυτή η επιφανειακή ομοιότητα στη μεταμόρφωση του έργου, καθώς και το ότι οι παραστάσεις ήταν πολυαναμενόμενες και soldoutείναι ίσως τα μόνα κοινά στοιχεία.
Η παράσταση του Στάιν πρόδιδε πρώτα απ’όλα τη μεγάλη ικανότητα του δημιουργού της ως φιλολόγου, καθώς η διασκευή του ήταν εξαιρετικά σύμφωνη με το έργο και απέδιδε πλήρως τα γεγονότα και νοήματά του, σε σημείο εντυπωσιακό. Φτάνει όμως μόνο αυτό;
Η 12ωρη παράσταση δεν ήταν απλά κλασική, ήταν περισσότερο σαν αναπαράσταση των σκηνών παρά απόδοση τους. Η σκηνοθεσία λειτουργούσε μόνο σε επίπεδο χώρου, αλλά χωρίς να προτείνει κάτι. Το εγχείρημα, αν και τελειοποιήθηκε σε επίπεδο κειμένου, φαινόταν σα να ήθελε αρκετή δουλειά σε επίπεδο σκηνοθεσίας. Ακόμα και οι ερμηνείες ήταν χλιαρές σε γενικές γραμμές. Αναρωτιέται βέβαια κανείς πόσο εφικτή είναι η προετοιμασία μιας 12 ωρης παράστασης σε όλα τα επίπεδα!
Αυτό που με προβλημάτισε ιδιαίτερα ήταν το ύφος της παράστασης. Έχουμε ένα κείμενο το οποίο σκιαγραφεί τη ρώσικη ψυχή και έναν ιταλικό θίασο, ο οποίος βρίσκεται πολύ μακριά από το ύφος αυτό. Τα πρώτα μέρη ειδικά έμοιαζαν περισσότερο με ελαφριά φάρσα παρά με ρώσικο δράμα, ενώ οι υπερβολικές κινήσεις και ο τονισμός των χεριών σε παρέπεμπε περισσότερο σε ιταλικό νεορεαλισμό παρά στον Ντοστογιέφσκυ. Γενικά πιστεύω οτι ή κάποιος ακολουθεί κλασικό ανέβασμα και συμπεριλαμβάνει την εποχή και το ύφος, ή αλλιώς επιλέγει το εγχειρημα να έχει πιο υπαινικτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Εδώ σαν να επιλέχθηκε μια μέση λύση, που για μένα δεν επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
http://www.idemoni.org/immagini/home2.jpg
Αυτό στο οποίο συμφωνώ ήταν ότι επρόκειτο πραγματικά για εμπειρία ως προς την άποψη του χρόνου, αλλά όταν αξιώνεις ο θεατής να βρίσκεται για 12 ώρες στο θέατρο, θεωρώ πως πρέπει να έχεις κάτι παραπάνω να πεις από απλά το κείμενο.
Παρόλαυτα η παράσταση του Στάιν ξεσήκωσε το χειροκρότημα των θεατών, σε αντίθεση με την παράσταση του Βαρλικόφσκυ, που δεν χειροκροτήθηκε με την ίδια ένταση.
Ο Βαρλικόφσκυ έχτισε μια μεταμοντέρνα παράσταση με κύριο άξονα την πρωταγωνίστρια στο έργο (Μπλανς Ντυμπουα) αλλά και την πρωταγωνίστρια στην παράσταση (Ιζαμπέλ Υππέρ). Η πρώτη σκηνή ξεκινάει με τα διονυσιακά σταφύλια που τρώει η Υππέρ, συνεχίζεται σε ένα σκηνικό - installation, που περιλαμβάνει από κρεβάτι, τουαλέτα μέχρι και ...μπόουλινγκ, σε διάφορα επίπεδα. Ο σκηνοθέτης φέρνει στο “κλασικό” αυτό έργο άλλα κείμενα, Πλάτωνα, βιβλικές ιστορίες αλλά και τραγούδια, που εκφράζουν την ψυχοσύνθεση των ηρώων του τη στιγμή εκείνη. Στο έργο δεν υπάρχει χρόνος ούτε τόπος, η Μπλανς είναι όποιαδήποτε ευαίσθητη ψυχή δεν κατάφερε να τα βγάλει πέρα με την πραγματικότητα και οι υπόλοιποι είναι η πραγματικότητα αυτή.
Η σκηνοθεσία δείχνει τη βαθιά μελέτη του σκηνοθέτη πάνω στο έργο, τη δυνατότητα του για συμβολική αναπαράσταση και βέβαια την υποκριτική δύναμη της Υππέρ, η οποία πραγματικά κυριάρχησε στη σκηνή, μεταφέροντας μια Μπλανς μακριά από στερεότυπα και κλισέ.
Κοιτώντας και τις δύο παραστάσεις τελικά, δε μένω στο ποια μου αρεσε περισσότερο ή λιγότερο. Νομίζω όμως ότι παρουσιάζουν ένα μεγάλο ερώτημα για το θεατρο και την τέχνη γενικότερα, δύο αντιμαχόμενες πλευρές. «Κλασική αναπαράσταση» ή «μεταμοντέρνα αισθητική»; Εμμονή στο κείμενο ή κυνήγι του καινούργιου;