Tuesday, March 13, 2012

Ο "Γαλαξίας" του μέλλοντος

by Georgios Makkas

Ξεκινώντας να γράψω το post αυτό, σκεφτόμουν το λόγο για τον οποίο το γράφω. Η παράσταση έχει τελειώσει, αλλά ο ενθουσιασμός μου για αυτή μάλλον δεν έχει σε καμία περίπτωση εξαντληθεί.

Διάβαζα, λοιπόν, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Ελληνικό Φεστιβάλ και ακόμα και για την περίπτωση ακύρωσης του –κι αν φέτος τα καταφέρει, ποιος εγγυάται για του χρόνου;- και αυτό ήταν ακριβώς το γεγονός που με κίνησε να γράψω για το Γαλαξία. Πρώτα απ’ όλα γιατί μέσα στην ζοφερή εποχή μας, την τόσο δύσκολη για την τέχνη, όπως και για όλους τους τομείς, μπορεί να βρει κανείς πραγματικά διαμάντια, τα οποία μακριά από κρατικές επιχορηγήσεις και κρατικοδίαιτα προγράμματα παράγουν πραγματική τέχνη και ανοίγουν το δρόμο για την εξαγωγή της - της σύγχρονης και ζωντανής, της πάλλουσας ενέργεια ελληνικής τέχνης-  στο εξωτερικό.

Την παράσταση έχει γράψει και σκηνοθετήσει η ομάδα Blitz, στην οποία έχουν συνδράμει ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός καλλιτεχνών. Η βασική γραμμή της performance είναι η εξής: Στο άδειο σκηνικό, υπάρχουν νοητά βάθρα, στα οποία είναι τοποθετημένα λευκά φύλλα χαρτιού Α4 και μαρκαδόροι. Οι ηθοποιοί, παίρνουν τη θέση τους σε μια όπως φαίνεται τυχαία σειρά και για όχι προκαθορισμένο χρόνο στο «βάθρο» και ξεκινάνε την ιστορία τους. Ή μάλλον τις πολλές ιστορίες τους, τις μικρές, γλυκές, πικρές ή χιουμοριστικές. Ο καθένας παρουσιάζει τον χαρακτήρα που εκπροσωπεί, το όνομά του, την ιδιότητα κι έπειτα αναφέρει το πότε αυτός πέθανε, την αιτία του θανάτου και το τι του λείπει. Ο χαρακτήρας αυτός μπορεί να είναι ένα δημόσιο πρόσωπο, καλλιτέχνης, πολιτικός, αρχαίος φιλόσοφος, ήρωας της επανάστασης, έως συγγενής του ηθοποιού, έως και αντικείμενο, όπως π.χ. η κασέτα. Μόλις τελειώσει το λεπτό της παρουσίασης, εμφανίζεται ο επόμενος χαρακτήρας, από άλλο ηθοποιό, κ.ο.κ. Και αυτό συνεχίζεται για 4 ώρες.

Θα αναρωτηθεί κανείς, και δε βαριέται κάποιος με αυτή την επανάληψη; Η απάντηση είναι καθόλου. Η εναλλαγή είναι καταπληκτική ανάμεσα σε ιστορίες συγκινητικές (ο θάνατος του Αγγελόπουλου) και άκρως χιουμοριστικές (ο θάνατος της φράσης «Πρόσεχε, θα ρίξουν κάτι στο ποτό σου!») και η ενέργεια που μεταδίδουν οι ηθοποιοί καθηλωτική. Οι συνθήκες επίσης σε βοηθούν να χαλαρώσεις και να απολαύσεις αυτό που βλέπεις. Μπορείς να πιεις ένα ποτήρι κρασί που προσφέρει η ομάδα στην είσοδο, να βγεις και να μπεις στην αίθουσα όποτε θέλεις, χωρίς κανείς να σε κοιτάξει περίεργα και ακόμα και αν κουραστείς να φύγεις εντελώς από την παράσταση, απολύτως φυσιολογικά και χωρίς ενοχές.  

Ένα θέατρο, λοιπόν, ζωντανό, χωρίς ενοχή, χωρίς καθωσπρεπισμό και ψεύτικα τρικ, που τα ονομάζουν μεταμοντέρνα, ένα θέατρο αληθινό.

Καταλαβαίνετε τώρα, πόσο περισσότερο ενθουσιάστηκα όταν έμαθα τα νέα για τη συνέχεια της παράστασης από έναν από τους συντελεστές της. Μπορεί για την ώρα να σταμάτησε να παίζεται στην Αθήνα, όμως τα μέλη της ομάδας θα ανεβάσουν την παράσταση στο Βερολίνο με την Schaubühne και γερμανούς ηθοποιούς. Τι άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς σήμερα για να χαμογελάσει με την εξέλιξη του καλού ελληνικού θεάτρου, αυτού που λειτουργεί σαν ομάδα και που κάνει ένα βήμα στο μέλλον; 


Wednesday, February 1, 2012

Η αυλή των θαυμάτων



Η «Αυλή των θαυμάτων» παίχτηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και είναι ένα έργο-σταθμός για την ελληνική δραματουργία. Ο Καμπανέλλης κατάφερε με αυτό να πιάσει το σφυγμό μιας εποχής σε μετάβαση και να αποδώσει την ψυχολογία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων. Ήταν, όμως, μόνο μια γενιά Ελλήνων που κατορθώνει, τελικά, το έργο αυτό να σκιαγραφήσει; Μια προσεκτικότερη ματιά στο κείμενο μπορεί να αποκαλύψει τη διαχρονικότητά του.
Το έργο είναι στημένο σε μια αυλή του ’50 από αυτές που δεν υπάρχουν πια σήμερα, λίγο πριν μετατραπεί σε πολυκατοικία με τη γνωστή μέθοδο της εποχής, την αντιπαροχή. Μέσα στην αυλή αυτή μένουν άνθρωποι διαφορετικοί, που ζούνε μαζί, χαίρονται μαζί και πάσχουν μαζί. Καθώς εξελίσσεται το έργο, μπορεί κανείς να διακρίνει τα κοινά σημεία που ενώνουν τον κόσμο αυτόν. Πρόκειται για ανθρώπους καθημερινούς, «συνηθισμένους», ανθρώπους που ψάχνουν με αγωνία να βρούνε μια πατρίδα, ένα μέλλον και λίγη ευτυχία σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει, σε έναν κόσμο που αισθάνονται ότι τους αντιπαλεύεται, σε έναν κόσμο τελικά που μοιάζει πιο πολύ σα να τους διώχνει.
Κι εδώ μπορεί κανείς να βρει τη διαχρονικότητα του έργου και τους άφθονους παραλληλισμούς με το σήμερα. Γιατί και σήμερα, ο κόσμος αλλάζει και οι άνθρωποι, οι καθημερινοί άνθρωποι γύρω μας, ψάχνουν αυτό ακριβώς, ένα μέλλον, ένα μέλλον που δεν είναι προφανές, ένα μέλλον που χρειάζεται διαρκή αγώνα. Ψάχνουν την ελπίδα, όπως και οι ήρωες του έργου. Ανατριχιαστικά σύγχρονη στην Ελλάδα του σήμερα, που όλο και περισσότεροι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό, η ατάκα του Στέλιου: «πρέπει να πάμε στην Αυστραλία», αλλά και η απογοήτευση: «Έχουμε σακατευτεί τώρα, με νιώθεις;».
Μέσα στα πλαίσια μιας τέτοιας διαχρονικότητας έστησε την παράσταση του ο Γ. Κακλέας στην κεντρική σκηνή του Εθνικού θεάτρου και αυτήν τόνισε καθ’ όλη τη διάρκεια του δίωρου ανεβάσματός του. Ο χρόνος και ο χώρος γίνανε ασαφείς. Ως σκηνικό παρέμεινε η αυλή, αλλά δεν μπορούσες πλέον να την τοποθετήσεις στη δεκαετία του ’50. Οι μηχανικοί που έμπαιναν, για να μετρήσουν το οικόπεδο είχαν κινητά, οι γυναίκες περιφέρονταν με 12ποντες γόβες και τα ρούχα ήταν διαφορετικά για κάθε χαρακτήρα - ενώ κάποια πλησίαζαν την αρχική εποχή του έργου, όπως της Όλγας, άλλα, όπως του νεαρού ζευγαριού Βούλα-Γιάννης, ήταν εντελώς σύγχρονα. Αυτή η διάσταση ενιαίου ύφους ενίσχυε ακόμα περισσότερο τη διάχυση στο χρόνο. Η ιστορία συμβαίνει στο παρελθόν, αλλά το νόημα της αφορά όλους μας. Κέντρο δράσης είναι μια αυλή, αλλά η αυλή είναι απλά η αφορμή. Η αφορμή για την ιστορία ανθρώπων που ψάχνουν τελικά ένα θαύμα, το θαύμα μιας καλύτερης ζωής.
Ομολογουμένως, σε αυτή την προσπάθεια υπήρξαν και κάποια άστοχα σημεία. Τα ενδιάμεσα βίντεο-φωτογραφίες δεν προσέδιδαν κάτι επιπλέον και η εισβολή των ΜΑΤ, αντί του αστυφύλακα του έργου, ενώ επεδίωκε να αποτελέσει ένα σχόλιο στη σύγχρονη επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας, ήταν τελικά στοιχείο μάλλον περιττό και αταίριαστο με την υπόλοιπη παράσταση.
Οι ηθοποιοί, από την άλλη, υπηρέτησαν με συνέπεια την άχρονη διαχρονικότητα της σκηνοθεσίας και έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Ξεχώριζαν η εσωτερική Όλγα της Εὐης Σαουλίδου, ο έξοχα ταραγμένος και ανερμάτιστος Στέλιος του Νίκου Κουρή και ο φιλοσοφημένος, ταλαιπωρημένος μετανάστης Ιορδάνης του Θοδωρή Κατσαφάδου.
Το σύγχρονο ανέβασμα της «Αυλής των θαυμάτων» μας έφερε αντιμέτωπους τελικά όχι με μια νοσταλγική ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά με μια σύγχρονη προβληματική στο τώρα και αυτό ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.

Η παράσταση παίζεται την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου από τις 14 Δεκέμβρη έως τις 8 Απρίλη.


Sunday, January 9, 2011

Οι Αντιγόνες...

Η αλήθεια είναι ότι ξεκινάς με προσδοκίες. Ένας θίασος (tg S.Τ.Α.Ν.) που δουλεύει χωρίς σκηνοθέτη, επένδυση στις ηχητικές διαστρωματώσεις μιας γλώσσας όχι μητρικής για τους Φλαμανδούς ηθοποιούς (γαλλική) και ένας τρόπος προσέγγισης του κειμένου, περισσότερο σαν προσπάθεια πλησιάσματος του, παρά σαν ερμηνεία του.
Μεγάλες προσδοκίες λοιπόν. Μπαίνεις έπειτα μετά στη μικρή αίθουσα της ΣΓΤ - πολύ πιο «θεατρική» από τη μεγάλη. Οι ηθοποιοί σε περιμένουν στη σκηνή. Όχι ακίνητοι, ούτε στους ρόλους τους, μη φανταστείς..σε κοιτάνε, τους κοιτάς..τα λένε μεταξύ τους, γελάνε, παρατηρούν αν θα γεμίσει το θέατρο, σα να ήταν στα καμαρίνια τους (καμία σοβαροφάνεια, μ’ αρέσει αυτό)...
Αφού έχουν όλοι κάτσει, μία από τις ηθοποιούς που θα αναλάβει έπειτα το ρόλο του χορού και άρα και του σχολιαστή μας εξηγεί το μύθο και τι ακριβώς θα δούμε. Η λογική είναι ότι δεν είναι ο μύθος που έχει τη σημασία, αλλά το πως ξετυλίσσεται αυτός. Η παρατήρηση της είναι σωστή, ο μύθος δε μας κάνει εντύπωση, λίγο πολύ οι Έλληνες το μύθο της Αντιγόνης τον ξέρουμε. Εδώ όμως θα δούμε τα έργα του Κοκτώ και Ανουίγ. Για να δούμε..
http://www.dimoi-news.gr/images/arthra/antigones_2_1_2011.jpg.jpg&imgrefurl
Αντιγόνη του Κοκτώ: Μια 20λεπτη εκδοχή της Αντιγόνης, πιστής στο κείμενο του Σοφοκλή, σχεδόν σα να είναι περίληψη. Είναι αλήθεια...αναρωτιέμαι τι έχει να δώσει αυτό το έργο και δε βρίσκω απάντηση. Οι ηθοποιοί ανεβαίνουν σε ένα τραπέζι στο κέντρο της σκηνής για να παίξουν τους ρόλους τους αποστασιοποιήμενοι σε σημείο αδιαφορίας σε κάποιες στιγμές. Καμία έκπληξη ως εδώ...
Αντιγόνη του Ανουίγ: Εδώ, το έργο έχει αξιώσεις. Προσπαθεί να φωτίσει και άλλες πλευρές. Μέσα σε αυτές την πλευρά της εξουσίας, που και αυτή είναι καταδικασμένη στα δικά της δίχτυα. Το έργο είναι ενδιαφέρον. Η φιλοσοφία της παράστασης δεν έχει αλλάξει, μόνο που οι ηθοποιοί κατέβηκαν από το τραπέζι. Εξακολουθούν να αποδομούν το λόγο, για να έρθουμε φαντάζομαι πιο κοντά στο κείμενο, αλλά ο καθένας με το δικό του τρόπο, χωρίς ενιαίο ύφος. Επίσης, φοράνε μοντέρνα και ακατανόητα θα έλεγα ρούχα, αλλάζουν επί σκηνής και όταν η Αντιγόνη οδηγείται στον τάφο της, ακούγεται έντονη δυνατή μουσική για κάποια δευτερόλεπτα.
Αποτέλεσμα: Εξωτερικά και εύκολα στοιχεία, καμία έκπληξη και σίγουρα καμία δικαίωση της προβολής του εγχειρήματος.

Saturday, January 8, 2011

Η ΣΓT και ο δύσκολος Josef Nadj...



Με πολύ χαρά άκουσα πριν από μερικούς μήνες ότι άνοιξε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Με περισσότερη χαρά είδα το πρόγραμμα. Πολύ ιδιαίτερη δουλειά, μετακλήσεις σημαντικών καλλιτεχνών, δουλειές Ελλήνων που φαίνονται να εγείρουν αξιώσεις, θέατρο, χορός, μουσική, εικαστικά. Λίγο σα να έχεις ένα (αγαπημένο) Ελληνικό Φεστιβάλ όλο το χρόνο και όχι μόνο 2 (1,5 μάλλον πια με τις περικοπές) μήνες το καλοκαίρι.
Χτες, επιτέλους, είδα και την πρώτη παράσταση εκεί. Να πω ότι ο χώρος είναι άνετος και μεγάλος, ίσως λίγο αποστειρωμένος και με τις ανακοινώσεις για την παράσταση να μοιάζουν λίγο με τις ανακοινώσεις πλοίου προς αναχώρηση, αλλά οι αίθουσες μέσα ζεστές. Μεγάλο μείον η απουσία πρόβλεψης για παρκάρισμα. Η περιοχή ούτως ή άλλως δεν ενδείκνυται και η Στέγη ανακοινώνει ότι έχει πάρκινγκ, αλλά είναι πολύ μικρό και εμείς που πήγαμε 45 λεπτά νωρίτερα από την παράσταση δεν προλάβαμε!!

http://camerastyloonline.files.wordpress.com/2011/01/s_nadj1_c_jefrabillon.jpg

Τώρα..όσον αφορά στην παράσταση... Εγώ εγκαινίασα το χώρο με μια παράσταση χορού, το Cherry Brandy του Josef Nadj, ενός σημαντικού χορογράφου που έχει μαθητεύσει δίπλα στον Marcel Marceau, έχει ασχοληθεί επισταμένως με τα εικαστικά και έχει εντρυφήσει σε ιαπωνικές πολεμικές τέχνες.
Ομολογώ πως το εικαστικό κομμάτι ήταν όντως εντυπωσιακό. Σε άσπρο και μαύρο - με ελάχιστα χρώματα (τα κόκκινα μαλλιά της μίας χορεύτριας και ο κλόουν) να το σπάνε - οι χορευτές δημιουργούσαν πολύ δυνατές εικόνες. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικαστική σύλληψη η ενότητα των εικόνων σαν αρνητικό φωτογραφίας, αλλά και το μίνι κουκλοθέατρο με τον κλόουν και την κορδέλα που στο τέλος έκοψε την κούκλα στα δύο.
Πέρα από το εικαστικό όμως; Ένας φίλος νομίζω το περιέγραψε απόλυτα με δύο μόλις λέξεις. Πεισιθανάτιο και κρυπτικό. Μαύρο και δύσκολο... Αν και διαβασμένη, ομολογώ δεν μπόρεσα να κάνω τις συνδέσεις και να παρακολουθήσω την παράσταση ως σύνολο. Αποτέλεσμα: απορίες...πολλές απορίες...

Tuesday, November 23, 2010

Μερικές σκέψεις περί Μπρεχτ...


http://www.robertlpeters.com/news/wp-content/uploads/Bertold_Brecht.jpg
Διαβάζοντας ξανά το έργο του Μπρεχτ τελευταία δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ τι θέση έχει στο σημερινό θέατρο το έργο του, αλλά και θεωρητικές τοποθετήσεις του, όπως η γνωστή «αποστασιοποίηση». Δεν μπόρεσα, επίσης, να μην αναρωτηθώ γιατί μερικές φορές τα έργα του μπορεί να φαίνονται (φωτιά να πέσει να με κάψει!) λίγο βαρετά!
Το θέατρο του Μπρεχτ είναι ένα θέατρο πρώτα και κύρια κοινωνικό, ένα θέατρο που δρα, επηρρεάζει και μεταβάλλει την κοινωνία. Μπορεί όμως να είναι ένα θέατρο διαχρονικό και άρα επίκαιρο; Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι εφόσον το έργο του αφορά την κοινωνία, τότε ναι, μπορεί βέβαια να είναι διαχρονικό. Ποια κοινωνία όμως; Ο ίδιος διαμόρφωσε τις θέσεις του μέσα στη συγκεκριμένη μεσοπολεμική κοινωνία της εποχής του και με το ιδεολογικό υπόβαθρο ενός περιρρέοντος μαρξισμού. Ο ίδιος γράφει: Όλες οι τέχνες συμβάλλουν στη μεγαλύτερη απ’ όλες: στην τέχνη της ζωής. Όμως μήπως η ζωή στην εποχή που έγραφε ο Μπρεχτ δεν είναι ίδια με τη ζωή του 21ου αιώνα;
Και τι γίνεται με τις έννοιες όπως η αποστασιοποίηση; Ο Μπρεχτ υποστηρίζει ότι το θέατρο έχει στόχο πρώτα την ψυχαγωγία, αλλά στη νέα επιστημονική εποχή αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τους μηχανισμούς της αποξένωσης, δηλ. αποοικειοποίησης ή αποστασιοποίησης. ... είναι απλό, αν μπούμε στο έργο, ταυτιστούμε, το ζήσουμε, αυτό μας μεταφέρει άκριτα συναισθήματα, απόψεις, αυθορμητισμούς. Αν όμως δούμε τα πράγματα ως γνωστά και ταυτόχρονα ξένα, τότε μπορούμε να τα κρίνουμε, και όταν μπορούμε να κρίνουμε τα πράγματα, τότε μπορούμε να πιστέψουμε και στη μεταβολή τους. Αν δούμε κριτικά την κοινωνία, αν τη δούμε αποστασιοποιημένα, τότε μπορούμε να πιστέψουμε ότι θα την αλλάξουμε. Η ιδέα ακούγεται ενδιαφέρουσα, αλλά και πάλι θα αναρωτηθώ (τώρα σίγουρα θα πέσει η φωτιά να με κάψει..), θα πιστέψουμε ότι μπορεί να αλλάξουμε την κοινωνία του Μπρεχτ, αλλά τη δική μας;

Thursday, August 19, 2010

Παρεπόμενα της Επιδαύρου.

ProfProf
http://www.liveinspector.gr/event/Mikro_8eatro_Arxaias_Epidayroy
Με αφορμή τις δύο παραστάσεις, που παρακολούθησα στο θέατρο της Επιδαύρου - Ορέστης, σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά και Οθέλλος, σε σκηνοθεσία Τ. Οστερμάιερ - ήλθε ξανά στην επιφάνεια ένα ζήτημα που με έχει απασχολήσει αρκετά: η χρησιμότητα του θεάτρου της Επιδαύρου ως χώρο παραστάσεων. Και θα εξηγήσω αμέσως, γιατί συμβαίνει αυτό. Οι δύο αυτές παραστάσεις, που κατά τη γνώμη μου ήταν πολύ καλές ξέφευγαν και οι δύο από την παραδοσιακή φόρμα και ενέπιπταν περισσότερο στο μεταμοντέρνο. Θα ήταν λάθος να τις εξισώσω, απλώς θα πω πως και οι δύο υπηρετούσαν μια μάλλον όχι συμβατική ματιά στη θέαση του αρχαίου δράματος. Μέχρι εδώ μπορεί να πει κανείς ότι θα βρεθούν πολέμιοι και υποστηρικτές. Άνθρωποι που πιστεύουν πως το αρχαίο δράμα θα πρέπει να προσπαθήσει να μείνει πιστό σε μια κλασική παράδοση, ή αλλιώς κατά τη γνώμη μου να γίνει μουσειακό είδος και άνθρωποι που πιστεύουν πως το αρχαίο δράμα, όπως και κάθε άλλη μορφή θεάτρου είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που για να μεταφέρει τα μηνύματα του πρέπει να αφουγκραστεί τις εξελίξεις της κοινωνίας, στην οποία μορφώνεται ως θεατρική πράξη. Οι προβληματισμοί αυτοί δεν είναι άγνωστοί, αυτό όμως που με εντυπωσίαζει είναι το πώς συνδυάζονται από κάποιους με την «ιερότητα» τους αρχαίου χώρου. Υπάρχει λοιπόν ένας διάχυτος ψευτοσεβασμός προς τον χώρο και την παράδοση, που θέλει απαράδεκτη τη νεώτερη ματιά στο αρχαίο δράμα. Μα τότε ποιο το νόημα του θεάτρου; Μήπως να αφήσουμε την τραγωδία με χλαμύδα για διαφημιστικούς λόγους και για να έρχονται οι τουρίστες και να λένε πως κάπως έτσι θα ήταν στην αρχαία Ελλάδα (κάτι που λίγο το γνωρίζουμε ούτως ή άλλως); Μα ούτε κι εκείνοι θα αναζητήσουν κάτι τέτοιο..πιστέψτε με. Όταν δηλαδή πάει κανείς στο Λονδίνο να δει Σαίξπηρ, δέχεται μόνο την “πιστή απεικόνιση” του Globe theatre. Δεν είναι μόνο το παρελθόν που διαμορφώνει πολιτισμό, αλλά και το παρόν. Ένα ζωντανό θεατρικό παρόν προβάλλει ένα ζωντανό θεατρικό παρελθόν. Και ο σεβασμός τελικά πρέπει να επιζητάται ως προς τους σκοπούς και την προσπάθεια, και όχι τη στείρα μίμηση.


Κεφάλαιο Επίδαυρος

Prof Η παρακολούθηση μιας παράστασης στην Επίδαυρο έχει πράγματι μια μαγεία, κάτι διαφορετικό, το οποίο δεν πηγάζει βέβαια από κάποια μεταφυσική του χώρου, αλλά μόνο από τις συνήθειες με τις οποίες περιβάλλει κανείς την εμπειρία αυτή. Άλλωστε η παράσταση στην Επίδαυρο περιλαμβάνει όλο το ταξίδι, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Ορέστης.

Μία από τις πιο καλές στιγμές του Φεστιβάλ φέτος το καλοκαίρι ήταν ο Ορέστης σε σκηνοθεσία Γ. Χουβαρδά. Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Πρώτα απ’όλα ήταν το σκηνικό. Δεμένα σκοινιά έφτιαχναν το περίγραμμα του οίκου. Η δράση εξελισσόταν κυρίως έξω από το παλάτι, αλλά έβλεπες μια εικόνα και του εσωτερικού, ενώ στιγμές μεταφερόταν η δράση και μέσα. Το εσωτερικό έμοιαζε περισσότερο με αστικό σπίτι, με το βαρύ τραπέζι και το πιάνο. Έξω έβλεπες ένα παλάτι κυρίως μέσα από τα μάτια του χορού.

Εδώ ήταν η πρώτη μεγάλη έκπληξη. Ο χορός στον Ορέστη εκτός από μικρός σε έκταση, είναι θα μπορούσε να πει κανείς και λίγο άχαρος. Όμως ο Χουβαρδάς τον εκμεταλλέυτηκε στο έπακρο. Τον εμφάνισε σαν νέα παιδιά που επισκέπτονται αρχαιολογικό χόρο (εκεί βλέπεις και το παλάτι μέσα από τα μάτια τους). Τα παιδιά, όπως και ο λαός ακολουθεί και συμπάσχει με τα βάσανα του παλατιού, αλλά επίσης σχολιάζει, αδιαφορεί, γελάει...είναι καθημερινοί άνθρωποι. Prof

http://www.greekfestival.gr/eventpg.aspx?eid=10077
Μετά τον χορό έρχονται σιγά σιγά στη σκηνή τα πρόσωπα του έργου ερμηνευμένα τόσο άρτια από όλους τους ηθοποιούς. Ο Ορέστης βασανίζεται αλλά και παθιάζεται, η Ηλέκτρα είναι η δύναμη του έργου, απεκδημένη από οποιαδήποτε θηλυκότητα κι έτοιμη (πλέον στον Ευρυπίδη) για δράση, ο Πυλάδης αδίστακτος και έτοιμος για φόνο, ο Τυνδάρεως εξαιρετικός, σχηματικός γέρος βασιλιάς με το καπέλο και το μπαστούνι που στο τέλος πετά, χωρίς ίχνος μανιερισμού και βέβαια ο Φρύγας δούλος, που τονίζει τη σεξουαλική του ταυτότητα του και παράλληλα ειρωνεύεται τον ρατσιμό.
Σε αυτό το πνεύμα ο φόνος θα γίνει επί σκηνής - μέσα όμως, στο εσωτερικό, στο περιθώριο του οίκου. Και στο τέλος υπεράνω όλων θα εμφανιστεί ο θεός, ο Απόλλωνας, που με εξαιρετικό τρόπο (κινόντας τα πρόσωπα σα μαριονέτες) θα φανεί ο κυρίαρχος του παιχνιδιού και αυτός που ορίζει τις πράξεις και τη μοίρα όλων.
Μια παράσταση που ανήκε στο μεταμοντέρνο και που έδειξε, παρά τις αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κάποιος μια πραγματική ανάγνωση του έργου.
Prof
Οθέλλος
Πριν δύο χρόνια είδα ίσως την καλύτερη παράσταση που θεωρώ ότι έχω δει, τον Άμλετ από τον Τόμας Όστερμάιερ και την Σαουμπύνε. Αντάξια της παράστασης αυτής ήταν και ο Οθέλλος του ίδιου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
Πρώτα αντικρύζει κανείς το σκηνικό, μια πισίνα από «πετρέλαιο». Ο Οθέλλος και η Δεισδαιμόνα, αφού γυμνωθούν θα κάνουν έρωτα πάνω στο κρεβάτι που κυβερνάται από το πετρέλαιο. Η μοιράια ένωση, που θα σηματοδοτήσει όλες τις υπόλοιπες εξελίξεις, έγινε. Η ένωση των «διαφορετικών στοιχείων» δεν μπορεί να φέρει την αρμονία για την κοινωνία της εποχής.

Prof
http://greekculture.wordpress.com/2010/06/29
Στη συνέχεια όλα τα πρόσωπα του έργου θα αναλάβουν σιγά σιγά το ρόλο τους. Δε χρειάζεται καν να φύγουν πάντα από τη σκηνή. Παρακολουθεί έτσι κανείς μια συνεχή κίνηση, μια συνεχή δράση. Παράλληλα μια μπάντα παίζει στο πλάι, ενώ εικόνες προβάλλονται στο πίσω μέρος (τα πρόσωπα των ηθοποιών σε στιγμές έντασης ή ακόμα και εικόνες που παραπέμπουν σε Λας Βέγκας). Η ατμόσφαιρα έχει δημιουργηθεί.
Βέβαια, δε μίλησα ακόμα για αυτό που όλοι αναρωτιόνταν. Ναι, ο Οθέλλος ήταν λευκός και ναι, το κείμενο είχε κρατήσει αυτούσια την αναφορά στον «Μαύρο». Η ερμηνεία αυτής της επιλογής δημιουργεί διαφορετικές εντυπώσεις στον καθένα (κι εκεί νομίζω κερδίζει και το στόχο της). Για εμένα π.χ. ήταν ένα δείγμα του ότι δεν είναι το χρώμα που κάνει τον Οθέλλο να ξεχωρίζει τελικά μέσα στην κοινωνία που ζει, είναι γενικά η διαφορετικότητα. Ο Οθέλλος ξεκινάει αγνός και πιστός, αλλά δεν έχει καμία ελπίδα στον αδηφάγο κόσμο που οποίο ζει. Όπως καμία ελπίδα και καμία θέση τελικά δεν έχει και ο έρωτας.
Η μεγάλη, όμως, μορφή του έργου, που ερμηνεύτηκε και εξαιρετικά είναι ο Ιάγος. Είδαμε έναν Ιάγο που σφίζει από ζωή και που είναι ποτισμένος από τη ζωή της εποχής του. Με τις ενέργειες του η πίστη και η καλοσύνη θα οδηγηθούν στην τρέλα, αλλά και η υστεροβουλία θα παταχθεί. Θα μείνει μόνο η πραγματικότητα που τελικά τα περιλαμβάνει όλα.

Prof