Η «Αυλή των θαυμάτων» παίχτηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του
’50 και είναι ένα έργο-σταθμός για την ελληνική δραματουργία. Ο Καμπανέλλης
κατάφερε με αυτό να πιάσει το σφυγμό μιας εποχής σε μετάβαση και να αποδώσει
την ψυχολογία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων. Ήταν, όμως, μόνο μια γενιά Ελλήνων
που κατορθώνει, τελικά, το έργο αυτό να σκιαγραφήσει; Μια προσεκτικότερη ματιά
στο κείμενο μπορεί να αποκαλύψει τη διαχρονικότητά του.
Το έργο είναι στημένο σε μια αυλή του ’50 από αυτές που δεν υπάρχουν πια
σήμερα, λίγο πριν μετατραπεί σε πολυκατοικία με τη γνωστή μέθοδο της εποχής,
την αντιπαροχή. Μέσα στην αυλή αυτή μένουν άνθρωποι διαφορετικοί, που ζούνε
μαζί, χαίρονται μαζί και πάσχουν μαζί. Καθώς εξελίσσεται το έργο, μπορεί κανείς
να διακρίνει τα κοινά σημεία που ενώνουν τον κόσμο αυτόν. Πρόκειται για
ανθρώπους καθημερινούς, «συνηθισμένους», ανθρώπους που ψάχνουν με αγωνία να
βρούνε μια πατρίδα, ένα μέλλον και λίγη ευτυχία σε έναν κόσμο που διαρκώς
αλλάζει, σε έναν κόσμο που αισθάνονται ότι τους αντιπαλεύεται, σε έναν κόσμο
τελικά που μοιάζει πιο πολύ σα να τους διώχνει.
Κι εδώ μπορεί κανείς να βρει τη διαχρονικότητα του έργου και τους άφθονους
παραλληλισμούς με το σήμερα. Γιατί και σήμερα, ο κόσμος αλλάζει και οι
άνθρωποι, οι καθημερινοί άνθρωποι γύρω μας, ψάχνουν αυτό ακριβώς, ένα μέλλον,
ένα μέλλον που δεν είναι προφανές, ένα μέλλον που χρειάζεται διαρκή αγώνα. Ψάχνουν
την ελπίδα, όπως και οι ήρωες του έργου. Ανατριχιαστικά σύγχρονη στην Ελλάδα
του σήμερα, που όλο και περισσότεροι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό, η ατάκα του
Στέλιου: «πρέπει να πάμε στην Αυστραλία»,
αλλά και η απογοήτευση: «Έχουμε
σακατευτεί τώρα, με νιώθεις;».
Μέσα στα πλαίσια μιας τέτοιας διαχρονικότητας έστησε την παράσταση του ο Γ.
Κακλέας στην κεντρική σκηνή του Εθνικού θεάτρου και αυτήν τόνισε καθ’ όλη τη
διάρκεια του δίωρου ανεβάσματός του. Ο χρόνος και ο χώρος γίνανε ασαφείς. Ως
σκηνικό παρέμεινε η αυλή, αλλά δεν μπορούσες πλέον να την τοποθετήσεις στη
δεκαετία του ’50. Οι μηχανικοί που έμπαιναν, για να μετρήσουν το οικόπεδο είχαν
κινητά, οι γυναίκες περιφέρονταν με 12ποντες γόβες και τα ρούχα ήταν διαφορετικά
για κάθε χαρακτήρα - ενώ κάποια πλησίαζαν την αρχική εποχή του έργου, όπως της
Όλγας, άλλα, όπως του νεαρού ζευγαριού Βούλα-Γιάννης, ήταν εντελώς σύγχρονα.
Αυτή η διάσταση ενιαίου ύφους ενίσχυε ακόμα περισσότερο τη διάχυση στο χρόνο. Η
ιστορία συμβαίνει στο παρελθόν, αλλά το νόημα της αφορά όλους μας. Κέντρο
δράσης είναι μια αυλή, αλλά η αυλή είναι απλά η αφορμή. Η αφορμή για την
ιστορία ανθρώπων που ψάχνουν τελικά ένα θαύμα, το θαύμα μιας καλύτερης ζωής.
Ομολογουμένως, σε αυτή την προσπάθεια υπήρξαν και κάποια άστοχα σημεία. Τα
ενδιάμεσα βίντεο-φωτογραφίες δεν προσέδιδαν κάτι επιπλέον και η εισβολή των
ΜΑΤ, αντί του αστυφύλακα του έργου, ενώ επεδίωκε να αποτελέσει ένα σχόλιο στη
σύγχρονη επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας, ήταν τελικά στοιχείο μάλλον περιττό
και αταίριαστο με την υπόλοιπη παράσταση.
Οι ηθοποιοί, από την άλλη, υπηρέτησαν με συνέπεια την άχρονη διαχρονικότητα
της σκηνοθεσίας και έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Ξεχώριζαν η εσωτερική Όλγα
της Εὐης Σαουλίδου, ο έξοχα ταραγμένος και ανερμάτιστος Στέλιος του Νίκου Κουρή
και ο φιλοσοφημένος, ταλαιπωρημένος μετανάστης Ιορδάνης του Θοδωρή Κατσαφάδου.
Το σύγχρονο ανέβασμα της «Αυλής των θαυμάτων» μας έφερε αντιμέτωπους τελικά
όχι με μια νοσταλγική ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά με μια σύγχρονη
προβληματική στο τώρα και αυτό ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.
Η παράσταση παίζεται την
Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου από τις 14 Δεκέμβρη έως τις 8 Απρίλη.
