Tuesday, March 13, 2012

Ο "Γαλαξίας" του μέλλοντος

by Georgios Makkas

Ξεκινώντας να γράψω το post αυτό, σκεφτόμουν το λόγο για τον οποίο το γράφω. Η παράσταση έχει τελειώσει, αλλά ο ενθουσιασμός μου για αυτή μάλλον δεν έχει σε καμία περίπτωση εξαντληθεί.

Διάβαζα, λοιπόν, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Ελληνικό Φεστιβάλ και ακόμα και για την περίπτωση ακύρωσης του –κι αν φέτος τα καταφέρει, ποιος εγγυάται για του χρόνου;- και αυτό ήταν ακριβώς το γεγονός που με κίνησε να γράψω για το Γαλαξία. Πρώτα απ’ όλα γιατί μέσα στην ζοφερή εποχή μας, την τόσο δύσκολη για την τέχνη, όπως και για όλους τους τομείς, μπορεί να βρει κανείς πραγματικά διαμάντια, τα οποία μακριά από κρατικές επιχορηγήσεις και κρατικοδίαιτα προγράμματα παράγουν πραγματική τέχνη και ανοίγουν το δρόμο για την εξαγωγή της - της σύγχρονης και ζωντανής, της πάλλουσας ενέργεια ελληνικής τέχνης-  στο εξωτερικό.

Την παράσταση έχει γράψει και σκηνοθετήσει η ομάδα Blitz, στην οποία έχουν συνδράμει ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός καλλιτεχνών. Η βασική γραμμή της performance είναι η εξής: Στο άδειο σκηνικό, υπάρχουν νοητά βάθρα, στα οποία είναι τοποθετημένα λευκά φύλλα χαρτιού Α4 και μαρκαδόροι. Οι ηθοποιοί, παίρνουν τη θέση τους σε μια όπως φαίνεται τυχαία σειρά και για όχι προκαθορισμένο χρόνο στο «βάθρο» και ξεκινάνε την ιστορία τους. Ή μάλλον τις πολλές ιστορίες τους, τις μικρές, γλυκές, πικρές ή χιουμοριστικές. Ο καθένας παρουσιάζει τον χαρακτήρα που εκπροσωπεί, το όνομά του, την ιδιότητα κι έπειτα αναφέρει το πότε αυτός πέθανε, την αιτία του θανάτου και το τι του λείπει. Ο χαρακτήρας αυτός μπορεί να είναι ένα δημόσιο πρόσωπο, καλλιτέχνης, πολιτικός, αρχαίος φιλόσοφος, ήρωας της επανάστασης, έως συγγενής του ηθοποιού, έως και αντικείμενο, όπως π.χ. η κασέτα. Μόλις τελειώσει το λεπτό της παρουσίασης, εμφανίζεται ο επόμενος χαρακτήρας, από άλλο ηθοποιό, κ.ο.κ. Και αυτό συνεχίζεται για 4 ώρες.

Θα αναρωτηθεί κανείς, και δε βαριέται κάποιος με αυτή την επανάληψη; Η απάντηση είναι καθόλου. Η εναλλαγή είναι καταπληκτική ανάμεσα σε ιστορίες συγκινητικές (ο θάνατος του Αγγελόπουλου) και άκρως χιουμοριστικές (ο θάνατος της φράσης «Πρόσεχε, θα ρίξουν κάτι στο ποτό σου!») και η ενέργεια που μεταδίδουν οι ηθοποιοί καθηλωτική. Οι συνθήκες επίσης σε βοηθούν να χαλαρώσεις και να απολαύσεις αυτό που βλέπεις. Μπορείς να πιεις ένα ποτήρι κρασί που προσφέρει η ομάδα στην είσοδο, να βγεις και να μπεις στην αίθουσα όποτε θέλεις, χωρίς κανείς να σε κοιτάξει περίεργα και ακόμα και αν κουραστείς να φύγεις εντελώς από την παράσταση, απολύτως φυσιολογικά και χωρίς ενοχές.  

Ένα θέατρο, λοιπόν, ζωντανό, χωρίς ενοχή, χωρίς καθωσπρεπισμό και ψεύτικα τρικ, που τα ονομάζουν μεταμοντέρνα, ένα θέατρο αληθινό.

Καταλαβαίνετε τώρα, πόσο περισσότερο ενθουσιάστηκα όταν έμαθα τα νέα για τη συνέχεια της παράστασης από έναν από τους συντελεστές της. Μπορεί για την ώρα να σταμάτησε να παίζεται στην Αθήνα, όμως τα μέλη της ομάδας θα ανεβάσουν την παράσταση στο Βερολίνο με την Schaubühne και γερμανούς ηθοποιούς. Τι άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς σήμερα για να χαμογελάσει με την εξέλιξη του καλού ελληνικού θεάτρου, αυτού που λειτουργεί σαν ομάδα και που κάνει ένα βήμα στο μέλλον; 


Wednesday, February 1, 2012

Η αυλή των θαυμάτων



Η «Αυλή των θαυμάτων» παίχτηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και είναι ένα έργο-σταθμός για την ελληνική δραματουργία. Ο Καμπανέλλης κατάφερε με αυτό να πιάσει το σφυγμό μιας εποχής σε μετάβαση και να αποδώσει την ψυχολογία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων. Ήταν, όμως, μόνο μια γενιά Ελλήνων που κατορθώνει, τελικά, το έργο αυτό να σκιαγραφήσει; Μια προσεκτικότερη ματιά στο κείμενο μπορεί να αποκαλύψει τη διαχρονικότητά του.
Το έργο είναι στημένο σε μια αυλή του ’50 από αυτές που δεν υπάρχουν πια σήμερα, λίγο πριν μετατραπεί σε πολυκατοικία με τη γνωστή μέθοδο της εποχής, την αντιπαροχή. Μέσα στην αυλή αυτή μένουν άνθρωποι διαφορετικοί, που ζούνε μαζί, χαίρονται μαζί και πάσχουν μαζί. Καθώς εξελίσσεται το έργο, μπορεί κανείς να διακρίνει τα κοινά σημεία που ενώνουν τον κόσμο αυτόν. Πρόκειται για ανθρώπους καθημερινούς, «συνηθισμένους», ανθρώπους που ψάχνουν με αγωνία να βρούνε μια πατρίδα, ένα μέλλον και λίγη ευτυχία σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει, σε έναν κόσμο που αισθάνονται ότι τους αντιπαλεύεται, σε έναν κόσμο τελικά που μοιάζει πιο πολύ σα να τους διώχνει.
Κι εδώ μπορεί κανείς να βρει τη διαχρονικότητα του έργου και τους άφθονους παραλληλισμούς με το σήμερα. Γιατί και σήμερα, ο κόσμος αλλάζει και οι άνθρωποι, οι καθημερινοί άνθρωποι γύρω μας, ψάχνουν αυτό ακριβώς, ένα μέλλον, ένα μέλλον που δεν είναι προφανές, ένα μέλλον που χρειάζεται διαρκή αγώνα. Ψάχνουν την ελπίδα, όπως και οι ήρωες του έργου. Ανατριχιαστικά σύγχρονη στην Ελλάδα του σήμερα, που όλο και περισσότεροι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό, η ατάκα του Στέλιου: «πρέπει να πάμε στην Αυστραλία», αλλά και η απογοήτευση: «Έχουμε σακατευτεί τώρα, με νιώθεις;».
Μέσα στα πλαίσια μιας τέτοιας διαχρονικότητας έστησε την παράσταση του ο Γ. Κακλέας στην κεντρική σκηνή του Εθνικού θεάτρου και αυτήν τόνισε καθ’ όλη τη διάρκεια του δίωρου ανεβάσματός του. Ο χρόνος και ο χώρος γίνανε ασαφείς. Ως σκηνικό παρέμεινε η αυλή, αλλά δεν μπορούσες πλέον να την τοποθετήσεις στη δεκαετία του ’50. Οι μηχανικοί που έμπαιναν, για να μετρήσουν το οικόπεδο είχαν κινητά, οι γυναίκες περιφέρονταν με 12ποντες γόβες και τα ρούχα ήταν διαφορετικά για κάθε χαρακτήρα - ενώ κάποια πλησίαζαν την αρχική εποχή του έργου, όπως της Όλγας, άλλα, όπως του νεαρού ζευγαριού Βούλα-Γιάννης, ήταν εντελώς σύγχρονα. Αυτή η διάσταση ενιαίου ύφους ενίσχυε ακόμα περισσότερο τη διάχυση στο χρόνο. Η ιστορία συμβαίνει στο παρελθόν, αλλά το νόημα της αφορά όλους μας. Κέντρο δράσης είναι μια αυλή, αλλά η αυλή είναι απλά η αφορμή. Η αφορμή για την ιστορία ανθρώπων που ψάχνουν τελικά ένα θαύμα, το θαύμα μιας καλύτερης ζωής.
Ομολογουμένως, σε αυτή την προσπάθεια υπήρξαν και κάποια άστοχα σημεία. Τα ενδιάμεσα βίντεο-φωτογραφίες δεν προσέδιδαν κάτι επιπλέον και η εισβολή των ΜΑΤ, αντί του αστυφύλακα του έργου, ενώ επεδίωκε να αποτελέσει ένα σχόλιο στη σύγχρονη επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας, ήταν τελικά στοιχείο μάλλον περιττό και αταίριαστο με την υπόλοιπη παράσταση.
Οι ηθοποιοί, από την άλλη, υπηρέτησαν με συνέπεια την άχρονη διαχρονικότητα της σκηνοθεσίας και έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Ξεχώριζαν η εσωτερική Όλγα της Εὐης Σαουλίδου, ο έξοχα ταραγμένος και ανερμάτιστος Στέλιος του Νίκου Κουρή και ο φιλοσοφημένος, ταλαιπωρημένος μετανάστης Ιορδάνης του Θοδωρή Κατσαφάδου.
Το σύγχρονο ανέβασμα της «Αυλής των θαυμάτων» μας έφερε αντιμέτωπους τελικά όχι με μια νοσταλγική ανάμνηση του παρελθόντος, αλλά με μια σύγχρονη προβληματική στο τώρα και αυτό ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.

Η παράσταση παίζεται την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου από τις 14 Δεκέμβρη έως τις 8 Απρίλη.